Ξεκλείδωσε αργά την πρόχειρη σιδερένια καγκελόπορτα του μαγαζιού του κι άρχισε να προχωράει προς το εσωτερικό. Τον κατέκλυσαν παλιά συναισθήματα, από αυτά που είχε αφήσει δεκαετίες πίσω του. Ένιωσε σαν τον Bobby, το γερο-Ερνέστο, το Μικ, σα να ήταν θαμώνας κι ο ίδιος του μικρού του μαγαζιού: μετά από μια κουραστική μέρα, μια κουραστική νύχτα, χρειαζόταν κάτι δυνατό, που θα έπνιγε τον πόνο.
Η μυρωδιά καμμένου δεν είχε εγκαταλείψει το χώρο και εισέβαλε στα ρουθούνια του από την πρώτη στιγμή, το ίδιο βίαια με τους άντρες που βάλανε τη φωτιά, δύο εβδομάδες πριν. "Εμπιστεύομαι πολύ, αυτό φταίει", σκέφτηκε κοιτώντας τους μαυρισμένους τοίχους. "Πολύ και εύκολα".
Η πόλη χρειαζόταν δουλειά για να εκπληρώσει το πεπρωμένο της. Κι αυτή τη δουλειά δεν μπορούσε να την κάνει μόνος. Ήταν τόσο μεγάλο λάθος λοιπόν να αναζητήσει συμμάχους και βοήθεια από όπου μπορεί; Σήκωσε το μισοσπασμένο τραπέζι μπροστά στα πόδια του και προσπάθησε να το στηρίξει. Τα τρία ή τέσσερα καζίνο δε νοιάζονταν, η διοίκηση είναι έτσι κι αλλιώς αμέτοχη στα περισσότερα. Τι πρόβλημα υπήρχε λοιπόν στο να συνεργαστεί με τον Ντένισον;
Κατευθύνθηκε προς το μπαρ και το μάτι του έπεσε στον διάτρητο τοίχο. Τι μίσος κι αυτό, για ένα μαγαζάκι ανάμεσα στα μεγαθήρια του Βέγκας. Τι σκοπό μπορεί να εξυπηρετούσε, ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει. Ήταν μια από εκείνες τις ώρες που, είτε Καϊνίτης είτε θνητός, σκέφτεσαι ένα και μόνο πράγμα: "ο κόσμος πάει κατά διαόλου".
Σήκωσε ό,τι είχε απομείνει από το διαχωριστικό και μπήκε στην εσωτερική μεριά του μπαρ. Κοίταξε το σπασμένο αεραγωγό χαμηλά μπροστά του με δυσπιστία. Γονάτισε και άγγιξε το περίγραμμά του, σαν να ήλπιζε κάτι να μάθει, μα χωρίς να ξέρει πραγματικά τι. Τι ήταν αυτό το πλάσμα που του επιτέθηκε εκείνη από αυτήν τη τρύπα; Ποιος το έστειλε; Ποιος τα κανόνισε όλα; Ποιος ήταν ο μοτοσυκλετιστής; Τι διάβολο συμβαίνει; Αλίμονο, οι σπασμένες βίδες και τα στραβωμένα σίδερα δε θα του έδιναν καμία απάντηση.
Άκουσε αργά βήματα να πλησιάζουν από πίσω του. Έκλεισε τα μάτια του περιμένοντας την επόμενη δυσάρεστη έκπληξη της βραδιάς.
"Τι στα κομμάτια σκεφτόσουν, Άλαν;"
Η μυρωδιά καμμένου δεν είχε εγκαταλείψει το χώρο και εισέβαλε στα ρουθούνια του από την πρώτη στιγμή, το ίδιο βίαια με τους άντρες που βάλανε τη φωτιά, δύο εβδομάδες πριν. "Εμπιστεύομαι πολύ, αυτό φταίει", σκέφτηκε κοιτώντας τους μαυρισμένους τοίχους. "Πολύ και εύκολα".
Η πόλη χρειαζόταν δουλειά για να εκπληρώσει το πεπρωμένο της. Κι αυτή τη δουλειά δεν μπορούσε να την κάνει μόνος. Ήταν τόσο μεγάλο λάθος λοιπόν να αναζητήσει συμμάχους και βοήθεια από όπου μπορεί; Σήκωσε το μισοσπασμένο τραπέζι μπροστά στα πόδια του και προσπάθησε να το στηρίξει. Τα τρία ή τέσσερα καζίνο δε νοιάζονταν, η διοίκηση είναι έτσι κι αλλιώς αμέτοχη στα περισσότερα. Τι πρόβλημα υπήρχε λοιπόν στο να συνεργαστεί με τον Ντένισον;
Κατευθύνθηκε προς το μπαρ και το μάτι του έπεσε στον διάτρητο τοίχο. Τι μίσος κι αυτό, για ένα μαγαζάκι ανάμεσα στα μεγαθήρια του Βέγκας. Τι σκοπό μπορεί να εξυπηρετούσε, ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει. Ήταν μια από εκείνες τις ώρες που, είτε Καϊνίτης είτε θνητός, σκέφτεσαι ένα και μόνο πράγμα: "ο κόσμος πάει κατά διαόλου".
Σήκωσε ό,τι είχε απομείνει από το διαχωριστικό και μπήκε στην εσωτερική μεριά του μπαρ. Κοίταξε το σπασμένο αεραγωγό χαμηλά μπροστά του με δυσπιστία. Γονάτισε και άγγιξε το περίγραμμά του, σαν να ήλπιζε κάτι να μάθει, μα χωρίς να ξέρει πραγματικά τι. Τι ήταν αυτό το πλάσμα που του επιτέθηκε εκείνη από αυτήν τη τρύπα; Ποιος το έστειλε; Ποιος τα κανόνισε όλα; Ποιος ήταν ο μοτοσυκλετιστής; Τι διάβολο συμβαίνει; Αλίμονο, οι σπασμένες βίδες και τα στραβωμένα σίδερα δε θα του έδιναν καμία απάντηση.
Άκουσε αργά βήματα να πλησιάζουν από πίσω του. Έκλεισε τα μάτια του περιμένοντας την επόμενη δυσάρεστη έκπληξη της βραδιάς.
"Τι στα κομμάτια σκεφτόσουν, Άλαν;"